Αποθήκευση
Εγγραφή          Υπενθύμιση κωδικού
Σύμβολο go
        Τζίρος  εκ. €
OIKONOMIA

Berenberg: Ο λαϊκισμός δεν είναι χωρίς κόστος

Εκτύπωση σελίδας
Αποθήκευση σελίδας
Αποστολή με e-mail
Προσθήκη στο αρχείο
Μέγεθος κειμένου

Η «ύφεση του Τσίπρα» είναι ο τίτλος νέας ανάλυσης της Berenberg Bank, στην οποία υποστηρίζει ότι η εμπιστοσύνη «μετράει». Ελάχιστα λάθη τακτικής είναι πιο δαπανηρά από τον κλονισμό της εμπιστοσύνης. «Δυστυχώς, αυτό είναι ένα από τα λίγα πράγματα που έχει κάνει μέχρι τώρα η λαϊκιστική κυβέρνηση συνασπισμού της Ελλάδας», τονίζει η ανάλυση.

Από τον Δεκέμβριο ο κίνδυνος έχει γίνει πιο σαφής,, ότι η ανάκαμψη του Αν. Σαμαρά το 2014 θα έδινε την θέση της στην ύφεση του ΤΣίπρα εάν μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πρόκειται να επιμείνει στις αδύνατες προεδρικές της υποσχέσεις. Τα στοιχεία για το ΑΕΠ α΄ τριμήνου που ανακοινώθηκαν την Τετάρτη, επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα έχει όντως περιέλθει σε ύφεση.

Όπως επισημαίνεται στην ανάλυση της τράπεζας, «το ότι οι αριστεροί-δεξιοί λαϊκιστές στην Αθήνα έχουν εκνευρίσει τους διεθνείς πιστωτές της Ελλάδας, είναι το μικρότερο των προβλημάτων. Πολύ χειρότερο είναι ότι η κυβέρνηση έχει προκαλέσει την υποχώρηση της εμπιστοσύνης στο εσωτερικό».

Και αναφέρεται στην φυγή κεφαλαίων (55 δισ. ευρώ περίπου στο διάστημα Δεκεμβρίου-Μαρτίου), ποσό αντίστοιχο με το 30% του ελληνικού ΑΕΠ, πλήττει την οικονομία, ενώ η φυγή των καταθέσεων (23 δισ. ευρώ τους τελευταίους τέσσερις μήνες) έχει εν μέρει παραλύσει το τραπεζικό σύστημα, βάζοντάς το στην γραμμή υποστήριξης της ΕΚΤ.

Σε μια σύγκριση με την Ισπανία, εμφανίζεται ότι στα τέλη Νοεμβρίου, μέχρι δηλαδή το πολιτικό ρίσκο στην Αθήνα να αυξηθεί, η Ελλάδα και η Ισπανία είχαν σχεδόν το ίδιο επίπεδο ανάκαμψης, με το ετήσιο ΑΕΠ να διαμορφώνεται περί το 2,3% στους τρεις πρώτους μήνες του 2014. Η ισχυρή επιχειρηματική εμπιστοσύνη το περασμένο φθινόπωρο και η ανάκαμψη 1,6% ετησίως της απασχόλησης από τα πολύ χαμηλά επίπεδα κρίσης, σηματοδοτούσαν καλύτερες ειδήσεις για την Ελλάδα το 2015.

Μετά από μια περαιτέρω ώθηση στην ανάπτυξη στις αρχές του 2015, η ισπανική οικονομία βρίσκεται τώρα σε τροχιά ανάπτυξης κοντά στο 3% φέτος. «Αυτό θα μπορούσε να επιτύχει η Ελλάδα εάν είχε απλώς παραμείνει σε τροχιά. Αλλά δεν το έκανε. Παρά τις χαμηλότερες τιμές του πετρελαίου και το ασθενές ευρώ, η ελληνική οικονομία ίσως συρρικνωθεί ελαφρώς φέτος.

Υποστηρίζει ακόμη ότι το κενό μεταξύ της ανάπτυξης του 3% και της μικρής συρρίκνωσης, είναι τεράστιο. Σημαίνει ότι περίπου 100.000 θέσεις εργασίας, οι οποίες σε διαφορετική περίπτωση θα μπορούσαν να είχαν δημιουργηθεί με την πάροδο του έτους, δεν θα υπάρχουν στην Ελλάδα. Παρεμποδίζει τις δημοσιονομικές προοπτικές. Με μια ισχυρή ανάκαμψη ύστερα από μια βαθιά κρίση, η Ελλάδα δεν θα χρειαζόταν κάτι περισσότερο από μια προληπτική πιστωτική γραμμή από τον ESM με χαλαρούς όρους, μετά από την λήξη του παλαιού προγράμματος στήριξης. 

Θα μπορούσε να είχε επιστρέψει στις αγορές ομολόγων και να καταστεί επιλέξιμη για αγορές ομολόγων από την ΕΚΤ. Τώρα η Ελλάδα θα χρειαστεί ένα πλήρες πρόγραμμα 25-35 δισ. ευρώ με πλήρεις όρους αυτό το καλοκαίρι, ακόμη και αν μπορέσει να επιλύσει την τρέχουσα διαμάχη με τους πιστωτές της. 

«Όσοι ήθελαν να ξεφορτωθούν την τρόικα, θα πρέπει τώρα να αποδεχθούν μια πιο παρεμβατική εποπτεία από τους θεσμούς. Με την εμπιστοσύνη να έχει κλονιστεί, οι πιστωτές θα επιμείνουν να ελέγχουν πώς εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις από αρκετά κοντά.

Όπως εκτιμά η Berenberg, παρά τα σοβαρά ρίσκα, συνεχίζει να δίνει πιθανότητα 70% ότι ο Αλ. Τσίπρας θα κάνει επαρκείς «κωλοτούμπες» στο τέλος για να κρατήσει την Ελλάδα στο ευρώ. Ενώ διεξάγονται έντονες διαπραγματεύσεις σε διάφορα επίπεδα, η τράπεζα εκτιμά ότι με λίγη τύχη θα ακούσουμε στις αρχές της εβδομάδας για περαιτέρω πρόοδο, πιθανώς οδηγώντας σε μια πρώτη συμφωνία στο τέλος Μαΐου.

Ενώ οι διαφορές παραμένουν τεράστιες, οι διαπραγματεύσεις φαίνεται τελικά να αντιμετωπίζουν τα ακανθώδη ζητήματα των μεταρρυθμίσεων του εργασιακού και του συνταξιοδοτικού. «Αλλά αυτό δεν είναι το τέλος της ιστορίας. Οι τρέχουσες διαπραγματεύσεις αφορούν την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος διάσωσης που λήγει στο τέλος Ιουνίου, ενώ εκκρεμεί μία δόση των 7,2 δισ. ευρώ. Μόλις ολοκληρωθούν, αυτές οι συνομιλίες θα πρέπει να ακολουθηθούν από αντίστοιχα δύσκολες συζητήσεις για ένα τρίτο πρόγραμμα διάσωσης και από τακτικές αξιολογήσεις προόδου, που θα μπορούσαν και πάλι να αποδειχθούν πολύ αμφιλεγόμενες.

Τα στοιχεία μέχρι στιγμής υποδηλώνουν ότι η ελληνική κυβέρνηση θα κωλυσιεργήσει όσο περισσότερο μπορεί σε όλες αυτές τις μελλοντικές συνομιλίες και θα προσπαθήσει να γλιτώσει με αλλαγές σε οποιοδήποτε συμφωνηθέν πρόγραμμα. «Για να το θέσουμε διαφορετικά, θα παραμείνει θορυβώδες».

Αυτό με την σειρά του θα μπορούσε να επιβραδύνει την ανάκαμψη της επιχειρηματικής εμπιστοσύνης και των επενδύσεων και την επιστροφή κεφαλαίου που θα πρέπει να ακολουθήσει μετά από μια συμφωνία με τους πιστωτές. Επίσης, η κυβέρνηση στέλνει πολλά λάθος σημάδια. Την επαναπρόσληψη 13.000 εργαζομένων του δημοσίου, την επαναλειτουργία της παλαιάς ΕΡΤ, την αντιστροφή ζωτικών εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, επιτρέποντας ξανά στους φοιτητές να παραμένουν για πάντα, και την διάλυση των ρεαλιστικών αξιολογήσεων των επιδόσεων στο δημόσιο τομέα. 

«Όλα αυτά υποδηλώνουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ συχνά βάζει το συμφέρον του δικού του πελατειακού πυρήνα πρώτα (συνδικάτα, εργαζόμενοι του δημοσίου, ριζοσπαστικοί φοιτητές). Με τον δικό του τρόπο ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται ότι συνεχίζει τις θλιβερής, προ μεταρρυθμίσεων παραδόσεις. Εάν συμβεί αυτό, ένας ανεπαρκώς μεταρρυθμισμένος δημόσιος τομέας θα συνεχίσει να αποτελεί τροχοπέδη για τις οικονομικές προοπτικές».

Με λίγα λόγια, ακόμη κι αν ο Αλ. Τσίπρας τελικά καταλήξει σε συμφωνία με τους πιστωτές της Ελλάδας, και ως εκ τούτου δώσει τέλος στην ύφεση την οποία ο ίδιος προκάλεσε, τονίζει η Berenberg, η μελλοντική ανάκαμψη πιθανώς θα είναι πιο ρηχή από εκείνη της Ισπανίας, μέχρι η Ελλάδα να καταφέρει να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη. «Ο λαϊκισμός δεν έρχεται χωρίς κόστος».

Ακολουθήστε το Capital.gr στα Social Media
Σχολιάστε το άρθρο 
Βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον:
LINKS ΧΟΡΗΓΩΝ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

  στό    Αναζήτηση