Αποθήκευση
Εγγραφή          Υπενθύμιση κωδικού
Σύμβολο go
        Τζίρος  εκ. €

Τι είδους "πολιτική βούληση", κύριε πρωθυπουργέ;

Εκτύπωση σελίδας
Αποθήκευση σελίδας
Αποστολή με e-mail
Προσθήκη στο αρχείο
Μέγεθος κειμένου

Του Κωνσταντίνου Γκράβα 

Ο πρωθυπουργός κ. Τσίπρας, μιλώντας από του βήματος της Βουλής στο πλαίσιο της «Ώρας του Πρωθυπουργού» που έκανε πρεμιέρα την Παρασκευή, επανέλαβε την πρότασή του περί «πολιτικής» βούλησης προς επίτευξη της «έντιμης και αμοιβαία επωφελούς συμφωνίας με τους εταίρους». 

Επιχειρηματολογώντας υπέρ μιας πολιτικής λύσης μετά από ακριβώς εκατό ημέρες διαπραγμάτευσης της νεοφώτιστης ελληνικής κυβέρνησης, ο πρωθυπουργός υπενθύμισε ότι βάσει πολιτικής βούλησης κατέστη δυνατή όχι μόνο η ένταξη της χώρας στην τότε ΕΟΚ το 1980 (η συμφωνία ένταξης υπεγράφη στις 28 Μαΐου του 1979), αλλά και η είσοδος της χώρας στην ΟΝΕ και την Ευρωζώνη στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας (2001), αναφέροντας μάλιστα για τη δεύτερη περίπτωση χαρακτηριστικά ότι «η χώρα δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις». 

Ο κ. Τσίπρας και το κυβερνητικό επιτελείο, θα πρέπει να αντιληφθούν ότι η ιστορική συγκυρία και οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Τα δύο ορόσημα που ανέφερε ο πρωθυπουργός σηματοδοτούσαν δύο μεγάλα και σταθερά βήματα της χώρας προς την κατεύθυνση εδραίωσής της στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης. Σήμερα το μετέωρο διαπραγματευτικό βήμα της κυβέρνησης ρισκάρει την απομόνωση της Ελλάδας από την Ευρώπη. 

Η κυβέρνηση διαπραγματεύεται με τους «θεσμούς»: 

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι υπερεθνικός οργανισμός που ορίζει τη νομισματική πολιτική των κρατών-μελών της Ευρωζώνης, χωρών που εξακολουθούν να έχουν διαφορετική δημοσιονομική πολιτική. Ως ανεξάρτητη νομισματική αρχή, η ΕΚΤ έχει βάσει του καταστατικού της την εντολή να διασφαλίζει τη σταθερότητα των τιμών, ενώ με την εξέλιξη της τραπεζικής ένωσης είναι υπεύθυνη ως ενιαία εποπτική αρχή από τον Νοέμβριο του 2014 και για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. 

Η κυβέρνηση επιδιώκει από τον διοικητή Μάριο Ντράγκι “πολιτική απόφαση”, είτε αύξησης του πλαφόν έκδοσης εντόκων γραμματίων, είτε διανομής των κερδών από ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου που κατέχουν οι Κεντρικές Τράπεζες του Ευρωσυστήματος, χωρίς να έχει κλείσει τη διαπραγμάτευση. Προς τούτο, δημιουργήθηκαν φρούδες ελπίδες ότι ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κ. Δραγασάκης θα αποσπούσε από τον επικεφαλής της ΕΚΤ κάτι από τα δύο, στο ταξίδι που έκανε την περασμένη Τρίτη. 

Η σκληρή πραγματικότητα είναι ότι η ελληνική αποστολή είχε ως στόχο να αποσοβήσει μεγαλύτερο «κούρεμα» των ομολόγων που μπορούν να προσφέρουν ως ενέχυρα οι ελληνικές τράπεζες για άντληση ρευστότητας. Και το πέτυχε …μέχρι την ερχόμενη εβδομάδα. Η ΕΚΤ αποφάσισε αύξηση του ορίου του ELA, ακολουθώντας από την πλευρά της τη μέση οδό: Αποφεύγοντας την «έλλειψη» του να προβεί σε «κούρεμα» των ενεχύρων (που απαιτεί ως τιμωρία η Bundesbank) και την «υπερβολή» μιας πολιτικής απόφασης προτού κλείσει επιτυχώς η διαπραγμάτευση. 

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δεν μπορεί με «πολιτική βούληση» να μετακυλήσει προγραμματισμένη πληρωμή για να αποφευχθεί πιστωτικό γεγονός. Κάτι που επιβεβαιώθηκε με τη δέσμευση του Υπουργού Οικονομικών, κ. Βαρουφάκη, ότι «η Ελλάδα σκοπεύει να καλύψει όλες τις υποχρεώσεις της προς όλους τους πιστωτές της στο διηνεκές», μετά το ταξίδι-αστραπή ανήμερα του Πάσχα των Καθολικών και τη συνάντησή του με την Κριστίν Λαγκάρντ στην έδρα του ΔΝΤ στην Ουάσιγκτον. Και τότε ο φιλόδοξος αλλά μη ρεαλιστικός στόχος ήταν να ζητηθεί μετάθεση των πληρωμών προς το Ταμείο, αίτημα που βρήκε «τοίχο». 

Απομένει συνεπώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δηλαδή επί της ουσίας οι εταίροι μας στην Ευρωζώνη. Η έκκληση για μερική εκταμίευση μέρους της τελευταίας δόσης του τρέχοντος προγράμματος με «πολιτική απόφαση», σκοντάφτει στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Σε αυτό το πλαίσιο συνειδητοποίησης της πραγματικότητας, ερμηνεύεται η πρόσφατη δήλωση εκ μέρους του αναπληρωτή υπουργού Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και συντονιστή πλέον, μετά τον ανασχηματισμό της «πολιτικής ομάδας διαπραγμάτευσης». Ο κ. Τσακαλώτος αναγνωρίζει σήμερα το λάθος της κυβέρνησης να μην εξασφαλίσει, μαζί με την υπογραφή της συμφωνίας του Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου, την εκταμίευση των χρημάτων για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών του Δημοσίου. Δυστυχώς όμως, η απειρία των κυβερνητικών στελεχών σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί δικαιολογία για την απουσία σχεδίου. Θα έπρεπε αντιθέτως να καλύπτεται από τη γνώση και την τόλμη, αρετές οι οποίες επίσης απουσιάζουν σε κρίσιμους τομείς του κυβερνητικού έργου. 

Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να καταλάβει ότι η ρήξη θα φτωχοποιήσει τον ελληνικό λαό όσο κάποια στελέχη της μάλλον δεν φαντάζονται. Και όχι η καθαρή συμφωνία που έχει επειγόντως ανάγκη η χώρα. Επίσης, το παιχνίδι των καθυστερήσεων δυσχεραίνει τη διαπραγματευτική θέση της χώρας και διακυβεύει τον επιθετικό προσδιορισμό «έντιμη» στη συμφωνία που πρέπει να επιτευχθεί. 

Κόκκινη γραμμή όλων των πλευρών θα πρέπει να είναι το να παραμείνει η Ελλάδα αναπόσπαστο μέλος της Ευρωζώνης, η οποία είναι μη αναστρέψιμη! Ως ενδιάμεσο στάδιο της «πολιτικής» ένωσης, που οραματίσθηκαν πριν από αρκετές δεκαετίες Πολιτικοί, με το γράμμα «Π» κεφαλαίο! 

*Ο Κωνσταντίνος Γκράβας είναι οικονομολόγος - αναλυτής διεθνών αγορών.

Ακολουθήστε το Capital.gr στα Social Media
Σχολιάστε το άρθρο 
Βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον:
LINKS ΧΟΡΗΓΩΝ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

  στό    Αναζήτηση
Δημοφιλέστερα σήμερα
Περισσότερα σχόλια